Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ

Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια μικρή Οδύσσεια. Ξεκινάς με την πεποίθηση ότι το ταξίδι θα είναι σύντομο, τα μέρη που θα επισκεφθείς οικεία, οι δρόμοι ευρύχωροι και τα δρομολόγια στην ώρα τους. Και όμως, δίπλα στα γνωστά παραμονεύουν τα προηγουμένως άγνωστα, λεπτομέρειες στο χάρτη που σε μαγεύουν ή σε εξοργίζουν, όταν αποφασίσεις να τις επισκεφθείς, οι λεωφόροι γίνονται συχνά δυσπρόσιτα και κοπιαστικά μονοπάτια, τα δρομολόγια απλώς δεν υπάρχουν. Και ο χρόνος μεγεθύνεται, κάτι που σκόπευες να τελειώσεις σε μία μέρα σε απορροφά για εβδομάδες και μήνες.
                Η μικρή Οδύσσεια αυτού του βιβλίου κράτησε ακριβώς 20 χρόνια. Από την πρώτη έκδοση του 1994 στις εκδόσεις Ο Πολίτης του Άγγελου Ελεφάντη, στη δεύτερη έκδοση το 1998 στις εκδόσεις Τυπωθήτω των Γιώργου και Κώστα Δαρδανού ως σήμερα που παίρνει την τελική μορφή του πάλι χάρη στις εκδόσεις Δαρδανού.
                Αλλά η χρονική σύμπτωση της εικοσαετούς απόστασης του Οδυσσέα από τα πάτρια εδάφη με την εικοσαετία που χρειάστηκα για να ολοκληρώσω αυτό το εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Αγοράς Εργασίας δεν είναι το μόνο κοινό στοιχείο: Ο κόπος του Οδυσσέα είναι μετέωρος, απροσδιόριστος, χωρίς τις παράλληλες ιστορίες που εμπλέκονται στη δική του ιστορία, αν και όχι πάντα στην αφήγησή του. Παράλληλες ιστορίες, παράλληλα βιβλία που γράφηκαν μερικά, άλλα που γράφονται, μερικά σε πρωτόλεια σχέδια. Αν ποτέ βρω το χρόνο να τα ολοκληρώσω, ίσως τότε, ο τίτλος του παρόντος να ανταποκρίνεται περισσότερο στο περιεχόμενο, δηλαδή στην κριτική θεώρηση των οικονομικών της εργασίας.
                Προς το παρόν, ο τίτλος είναι απλώς δηλωτικός των προθέσεων: Αναλαμβάνει την κριτική παρουσίαση της νεοκλασικής θεωρίας της αγοράς εργασίας, δείχνοντας, ελπίζω πειστικά, τις αδυναμίες, τους περιορισμούς και τα αδιέξοδά της. Σε σημαντικό βαθμό, η κριτική θεώρηση της νεοκλασικής θεωρίας γίνεται εκ των έσω, επισημαίνοντας τα κενά της επιχειρηματολογίας της, την ανάγκη της να καταφύγει σε αντιλήψεις που βρίσκονται εκτός του πλαισίου της, προκειμένου να υποστηρίξει κρίσιμα συμπεράσματα.
                Το επιστημονικό πεδίο των οικονομικών της εργασίας οργανώνεται ως πεδίο εφαρμοσμένων οικονομικών. Κατά συνέπεια, η προσέγγισή του προϋποθέτει την ανάλυση των κινήτρων και συμπεριφορών των υποκειμένων (μικροοικονομική ανάλυση), αλλά και της εγγενούς ασυνέπειας μεταξύ της ατομικής συμπεριφοράς και των συνολικών αποτελεσμάτων (μακροοικονομική ανάλυση). Δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο παράδειγμα αυτής της αντιδιαστολής μεταξύ της συμπεριφοράς του τμήματος και της συμπεριφοράς του όλου η εμπειρία, η τραγική εμπειρία, της τρέχουσας κατάστασης της ελληνικής αγοράς εργασίας: Αυτό που είναι κερδοφόρο για τη μεμονωμένη επιχείρηση – η μείωση του μισθού – οδηγεί στην ζημία το σύνολο των επιχειρήσεων, στην καταστροφή του παραγωγικού ιστού.
                 Όμως, τα οικονομικά της εργασίας δεν αποτελούν απλώς πεδίο σύμμειξης μικροοικονομικών και μακροοικονομικών αναλύσεων. Αποτελούν πεδίο εφαρμοσμένης ανάλυσης, απαιτούν τη θεώρηση συγκεκριμένων καταστάσεων, θεσμών και μηχανισμών. Καθιστούν αναγκαία τη χρησιμοποίηση πληθώρας εργαλείων, εννοιών, μεθόδων και ευρημάτων από το σύνολο των κοινωνικών επιστημών, όχι μόνον από την οικονομική επιστήμη. Αλλιώς η κατανόηση των φαινομένων δεν είναι μόνον ελλιπής, είναι παραπλανητική. Το ίδιο το αντικείμενο προς μελέτη επιβάλλει τη διεπιστημονική προσέγγιση, την αναζήτηση απαντήσεων στην κοινωνιολογία, στην πολιτική επιστήμη, στην οργάνωση των επιχειρήσεων και το μάνατζμεντ, στην κοινωνική ψυχολογία, στην κοινωνική πολιτική και στην κοινωνική ανθρωπολογία. Έχω προσπαθήσει να εντάξω τη συνεισφορά των λοιπών κοινωνικών επιστημών στην επισκόπηση των θεμάτων που παρουσιάζονται σ’ αυτό το βιβλίο, ελπίζοντας γόνιμα, προκαλώντας δηλαδή ερωτηματικά στον αναγνώστη. Από την αρχική του σύλληψη αυτό το βιβλίο σκόπευε να καλλιεργήσει την αμφιβολία για το θεωρητικό πλαίσιο της νεοκλασικής προσέγγισης, να δείξει, όσο γίνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι η πραγματικότητα, το εκάστοτε συγκεκριμένο, απέχει πολύ από την αφηρημένη θεωρητική προσέγγιση.
                Ο ρόλος της θεωρίας είναι να περιγράψει σε αδρές γραμμές μηχανισμούς που υποκρύπτονται πίσω από τα φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η θεωρία καλείται να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Και η ποιότητα της θεωρίας εξαρτάται από την ικανότητά της να επιτρέπει διεισδυτικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Μόνο στον αβάστακτο οικονομισμό και πολιτικό κυνισμό της νεοφιλελεύθερης σκέψης το θεωρητικό σκαρίφημα μετατρέπεται σε πολιτικό αίτημα, το θεωρητικό πρόπλασμα καλείται να ενσαρκωθεί επί γης. Η οικονομική σκέψη αποστεώνεται και εργαλειοποιείται, η οικονομική θεωρία μετατρέπεται σε απλό ιδεολογικό μηχανισμό νομιμοποίησης καταστροφικών πολιτικών.
                Αυτή υπήρξε η προσωπική μου επιστημονική Ιθάκη και προς αυτήν προσπάθησα να κατευθυνθώ, με όσες δυνάμεις και όση συνέπεια διαθέτω, περισσότερο από εικοσιπέντε χρόνια πλέον, στα τεκταινόμενα στο Πανεπιστήμιο, στις αίθουσες διδασκαλίας, σεμιναρίων και εργαστηρίων, στις αίθουσες συνεδριάσεων. Τουλάχιστον προσπάθησα, όσο μπορώ.
                Σ’ αυτή τη διαδρομή πολλοί συνάδελφοι, φίλοι και οικείοι διαδραμάτισαν σημαντικούς ρόλους. Ακόμα και εκείνοι, με τους οποίους συγκρούστηκα σκληρά, με βοήθησαν να επεξεργαστώ καλύτερα τα εργαλεία μου, να βαθύνω τις γνώσεις μου, να αποσαφηνίσω τα επιχειρήματά μου.
                Θα πρέπει να ευχαριστήσω ιδιαιτέρως τον Νίκο Πετραλιά για τη μόνιμη και ανιδιοτελή συμπαράσταση και βοήθεια. Τους συναδέλφους Κάτια Φωτεινοπούλου, Κώστα Ράνο, Σάββα Ρομπόλη, Ζαχαρία Δεμαθά και Παναγιώτη Ρέππα. Η Ευαγγελία Παπαπέτρου του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε την καλοσύνη να διαβάσει μεγάλο τμήμα του 4ου και 5ου Μέρους και να υποδείξει αναγκαίες αλλαγές και βελτιώσεις.
                Ευχαριστώ τους παλιούς μου υποψήφιους διδάκτορες και νυν συναδέλφους Θόδωρο Κουτρούκη, Λευτέρη Κρέτσο και Φραγκίσκο Κουτεντάκη, όπως και την Χριστίνα Μπερδεκλή για τη βοήθεια και συμπαράστασή τους.
                Να ευχαριστήσω, τέλους, τους φοιτητές και φοιτήτριές μου, όχι μόνον γιατί υπήρξαν «οιονεί πειραματόζωα» όλ’ αυτά τα χρόνια, αλλά κυρίως γιατί είναι la raison d’ être του συγγράμματος αυτού.


Καλλιθέα